ΒΙΒΛΙΟ

Η γροθιά και το χάδι

Η γροθιά και το χάδι

Κάποτε η Αμερικανίδα συγγραφέας Λίντια Ντέιβις έγραψε μια ιστορία. Ο τίτλος είναι «Μητέρα» και πάει ως εξής: «Το κορίτσι κάθισε και έγραψε μια ιστορία. “Πόσο καλύτερο, όμως, θα ήταν αν έγραφες μυθιστόρημα”, είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έφτιαξε ένα κουκλόσπιτο. “Πόσο καλύτερο όμως αν ήταν ένα αληθινό σπίτι”, είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έφτιαξε ένα μαξιλαράκι για τον πατέρα της. “Ενα πάπλωμα όμως θα ήταν πολύ πιο πρακτικό”, είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έσκαψε μια μικρή τρύπα στον κήπο. “Πόσο καλύτερα όμως θα ήταν αν έσκαβες μια μεγάλη τρύπα”, είπε η μητέρα της. Το κορίτσι έσκαψε μια μεγάλη τρύπα και πήγε και κοιμήθηκε μέσα της. “Πόσο καλύτερο όμως θα ήταν αν κοιμόσουν για πάντα”, είπε η μητέρα της». 

Ο κύριος Γκρι θέλει να συνδέσει αυτή την αφήγηση με εκείνη της προηγούμενης Κυριακής («Ο πιο τρυφερός αφηγητής στον κόσμο»): μια αληθινή ιστορία με τη νομπελίστα Πολωνή συγγραφέα Ολγκα Τοκάρτσουκ και τη μητέρα της. Εκεί, με αφορμή μια κουβέντα γύρω από μια νεανική φωτογραφία, η μητέρα ενσταλάζει (υποσυνείδητα;) στη μικρή κόρη τον σπόρο της γραφής.

Με τη «Μητέρα» της Ντέιβις βρισκόμαστε στον αντίθετο πόλο. Από αυτόν της έμπνευσης και της σποράς, σε εκείνον της ματαίωσης και του θερισμού. Η Ντέιβις γράφει σε ένα δοκίμιό της ότι η συγκεκριμένη ιστορία είναι «απολύτως επινοημένη, βασισμένη όμως σε μια συναισθηματική πραγματικότητα». 

«Η ιστορία της Τοκάρτσουκ αληθινή, αυτή της Ντέιβις επινοημένη», σχολιάζει ο κύριος Γκρι. «Βέβαια, η κύρια διαφορά τους δεν βρίσκεται εκεί αλλά στα δίπολα ώθησης και ματαίωσης, έμπνευσης και ακύρωσης: στην Τοκάρτσουκ, η μάνα δεν γεννάει μόνον μια κόρη, “γεννάει” και τη μελλοντική συγγραφέα με μία μόνο της κουβέντα. Στην Ντέιβις, η κόρη προσπαθεί συνεχώς να δημιουργήσει, αλλά η μητέρα παραμένει ασυγκίνητη, απορριπτική.

Ωσπου, μέσα από τη θαυμαστή λεκτική οικονομία μιας σχεδόν μαθηματικής εξίσωσης, η μητέρα φτάνει στην έσχατη απόρριψη της κόρης». 
Την προηγούμενη Κυριακή, ο κύριος Γκρι έλεγε πως η αφήγηση της Τοκάρτσουκ συνιστούσε άτυπο μάθημα δημιουργικής γραφής. Κάτι ανάλογο ισχύει και εδώ. Η οικονομία και ο υπαινιγμός της Ντέιβις είναι μια διδαχή για δόκιμους, μα και για δοκιμασμένους, γραφιάδες: αυτή η δραστική αποτύπωση μιας συναισθηματικής ξηρασίας και σκληρότητας. 

Πάνω απ’ όλα, όμως, η «Μητέρα» κλονίζει. Δευτερευόντως, διδάσκει (αν όντως διδάσκει κάτι). Αλλά χωρίς το πρώτο, δίχως τον κλονισμό, τη συγκίνηση, με την όποια διδαχή και μόνο, θα ήταν μια ιστορία άχρηστη, θορυβώδης και, εντέλει, αδιάφορη. Είναι αυτός ο στιγμιαίος κλονισμός (η αντιστροφή της εικόνας της μητέρας-τροφού σε μητέρα-Κρόνο) που μετράει στο τέλος. Η όποια διδαχή μπορεί κάλλιστα να λείπει από μια ιστορία. Οχι όμως και η γροθιά – ή το χάδι, όπως στην περίπτωση της Τοκάρτσουκ. «Μα σε κάθε δραστική αφήγηση», αναρωτιέται ο κύριος Γκρι, «γροθιά και χάδι συνήθως δεν είναι ένα και το αυτό;».