ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τεχνολογία 

«Μα τι εννοείς; Σε λίγο καιρό όλα θα είναι ψηφιακά, οτιδήποτε δημιουργείται στο ίντερνετ έχει μέλλον», μου περιγράφει με περισσή βεβαιότητα ο νεαρός, υποσχόμενος επιχειρηματίας Θανάσης Σοφιανός, την ώρα που συζητούσαμε για το αντικείμενο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Η αφορμή της συνάντησης ήταν η πρόσφατη μεγάλη επιτυχία της εταιρείας του, Relevance, η οποία διακρίθηκε στον online marketing διαγωνισμό Ready to Rock, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στην Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα βραβεύτηκε στο Βερολίνο από την Google ως μία από τις 150 εταιρείες με την υψηλότερη απόδοση σε όλη την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Σας έχει τύχει να μπείτε σε μια σελίδα π.χ. αναζήτησης ξενοδοχείων ή αγοράς παπουτσιών και μετά η συγκεκριμένη σελίδα να σας ακολουθεί για εβδομάδες σε διαφημιστικά μηνύματα κατά την περιήγησή σας από ιστόσελίδα σε ιστοσελίδα; Γι’ αυτό ευθύνονται οι εταιρείες σαν την Relevance, οι οποίες συλλέγουν από τους χρήστες τις επιθυμίες τους και τις ταιριάζουν με τα προϊόντα πελατών τους. Για να καταλάβω ακριβώς τι κάνουν, ο Θανάσης στρέφει την οθόνη του υπολογιστή του προς το μέρος μου και με βάζει στο κέντρο διαχείρισης των εκστρατειών μάρκετινγκ που «τρέχουν» αυτήν την περίοδο. «Δες εδώ, ο πελάτης έχει καταχωρήσει την διαφήμισή του τον τελευταίο μήνα, δαπανώντας 30.000 ευρώ.  Δες εδώ τα έσοδα: 800.000 ευρώ τζίρος από τις παραγγελίες». Τρομάζω από το μέγεθος της αναλογίας και προσπαθώ να καταλάβω πώς γίνεται αυτό. «Δεν είναι εύκολο. Χρησιμοποιούμε πολλές τεχνικές, για να μπορέσουμε να προωθήσουμε σωστά στις μηχανές αναζήτησης τις καταχωρίσεις των πελατών. Για τη συγκεκριμένη καμπάνια χρησιμοποιήσαμε 1.5 εκατ. λέξεις-κλειδιά, ενώ στοχεύσαμε σε πολύ συγκεκριμένα κοινά. Το online μάρκετινγκ είναι πιο σέξι από ποτέ, γιατί είναι μετρήσιμο και αποτελεσματικό - βάζεις ένα ευρώ και ξέρεις πού πάει, σε αντίθεση με άλλα μέσα διαφήμισης, όπως η τηλεόραση, η οποία εκτός από πολύ ακριβή, δεν μπορεί να μετρήσει και την εμπορική της απόδοση».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ταχύτατη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή σαρώνει κάθε τι συνηθισμένο στην καθημερινότητά μας. Οι διαδικτυακές αγορές δεν λείπουν από την μετάβαση αυτή και μάλιστα με ευθύνη της οικονομικής κρίσης. «Οι εταιρείες έβλεπαν τον τζίρο τους να συρρικνώνεται και έψαχναν οικονομικές και αποτελεσματικές λύσεις. Από την άλλη, ο κόσμος περνά περισσότερες ώρες online απ’ ό,τι στην αγορά, ενώ το ίντερνετ έχει συνδέσει το όνομά του με τα οικονομικά προϊόντα, πράγμα που ενισχύει την αγορά. Ολοι οι δείκτες κινούνται ανοδικά σε σύγκριση με δύο χρόνια πριν. Αυτό βλέπουν οι εταιρείες, και επενδύουν ολοένα και περισσότερο στις διαδικτυακές πωλήσεις».

Τον παραπάνω ισχυρισμό επιβεβαιώνει σε εκτενές ρεπορτάζ του ο Economist, στο οποίο παρουσιάζεται η κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης ανά Μέσο. Το 2015 η διαφήμιση παγκοσμίως ανήλθε στα 550 δισ. δολάρια, εκ των οποίων η τηλεόραση και το ίντερνετ μοιράστηκαν με μικρή απόκλιση από 200 δισ. Τα υπόλοιπα 50 δισ. μοιράστηκαν οι εφημερίδες, τα περιοδικά, το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος. Ελαφρύ προβάδισμα δείχνει να έχει το 2016 το ίντερνετ, ενώ το 2017 η πρόβλεψη είναι ότι θα λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος από τη διαφηστική πίτα.

Ακούγοντας για πρώτη φορά το όνομα της Relevance, ξαφνιάζομαι και ρωτώ γιατί να ονομάσει κανείς την εταιρεία του «Συνάφεια». «Στην αγορά υπάρχουν σοβαροί επαγγελματίες, που αντιμετωπίζουν με ευθύνη και σεβασμό τους πελάτες. Υπάρχουν όμως και πολλοί που βλέπουν την αγορά ευκαιριακά, χωρίς να έχουν σχέση με το αντικείμενο, οι οποίοι κάνουν αρπαχτές. Αποφασίσαμε να ονομάσουμε έτσι την εταιρεία, γιατί ο κάθε ένας που εργάζεται εδώ, εκτός από άψογος επαγγελματίας, είναι και απολύτως σχετικός με τις ανάγκες του σύγχρονου μάρκετινγκ».

Τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν μεγάλη ευκαιρία για τις μικρές επιχειρήσεις που διαθέτουν περιορισμένους πόρους, σύμφωνα με τον ιδρυτή της Relevance. «Στο Facebook ή το Instagram μπορεί κανείς εύκολα να προωθήσει τον εαυτό του ή το προϊόν του με ελάχιστα χρήματα, κάνοντας σωστή στόχευση στο κοινό που τον ενδιαφέρει». Το 2016 τα έσοδα από πληρωμένη αναζήτηση ξεπέρασαν τα 75 δισ. δολάρια, ενώ τα social media έλαβαν κάτι λιγότερο από 30 δισ.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ